«Τί είναι τα παραμύθια;» Αναρωτήθηκε της Μυγδαλιάς η κόρη. Κι απάντηση δεν πήρε. Βράδυ υγρό και σκοτεινό του Μαρτίου, όλη η φύση ησυχάζει, τα πουλιά έχουν από ώρα κουρνιάσει και όλα τ’άλλα ζωντανά πλάσματα, αν δεν έχουν πέσει να πλαγιάσουν, τρέχουν γοργά στις φωλιές τους να ηρεμήσουν...
«Μαμά; Μαμάααα!!!», επέμεινε. «Θα μου πείς; Δεν νυστάζω ακόμη!» Τί να κάνει κι η Μυγδαλιά, χαμήλωσε το κλωνάρι της ν’αγκαλιάσει την καλή της θυγατέρα, να μην κρυώνει απ’ την παγωνιά κι άρχισε...
«Ξέρεις πως τ’αστέρια το βράδυ λένε παραμύθια για να μην τα πάρει ο ύπνος; Τα παραμύθια δεν είναι αλήθεια, αλλά δεν είναι και ψέμματα!»
«Και τότε, μαμά, γιατί μερικά πέφτουν;» ρώτησε η ανήσυχη κόρη.
«Μα... είναι αυτά που κοιμήθηκαν! Όποιο αστέρι το παίρνει ο ύπνος από τα παραμύθια, αυτό πέφτει στη γη και το λέμε πεφταστέρι!» είπε η μαμά. «Ουράνιοι παραμυθάδες τα πεφταστέρια, που γητεύτηκαν από τα παραμύθια των αδελφών τους!»
«Και το Φεγγάρι, μανούλα; Τί είναι το Φεγγάρι;»
Η κόρη της Μυγδαλιάς, η Μπουμπούκα, το αγάπησε με την πρώτη ματιά το Φεγγάρι. Μόλις το αντίκρυσε, λίγο αφού σκάσει σαν μπουμπουκάκι από τη σάρκα της μάνας της. Κι όταν έγινε καρπός, δεν χόρταινε να το κοιτάζει. Λυπήθηκε, βέβαια, σαν έγινε ώριμος καρπός κι έπεσε στο χώμα. Κι αργότερα, όταν σκεπάστηκε με στρώμα φύλλα, χώμα... Ένοιωθε ακόμη τη ζεστασιά της μαμάς της, αλλά δεν μπορούσε πια να δει το Φεγγάρι! Χάρηκε τόσο όταν άρχισε να βλασταίνει και να γίνεται δέντρο! Ήταν ακόμη μικρή, μα όσο μεγάλωνε, τόσο ψήλωνε. Θαρρούσε πως άμα μεγαλώσει, θα φτάσει το Φεγγάρι!
Η Μπουμπούκα αγαπούσε και τον ήλιο, της άρεσε το ζεστό του χάδι στα κλαδιά της, όταν έλαμπε στον ουρανό, αλλά πιο πολύ όταν, τις μέρες τις ανοιξιάτικες, το απαλό θρόισμα του ανέμου απάλυνε το καυτό του άγγιγμα. Μα το φεγάρι, όμως! Ε, αυτό ήταν άλλο πράγμα! Αυτό γέμιζε τις μελαγχολικές τις νύχτες με ελπίδα, της κρατούσε συντροφιά όταν φοβόταν, όταν ο άνεμος, αδίστακτος λυσσομανούσε στο λυγερό κορμάκι της κι ούτε ακόμη κι οι προσπάθειες της μάνας να μην τη λυγίσει ο κύριος Βοριάς, είχαν αποτέλεσμα.
Το αγαπούσε το Φεγγάρι η Μπουμπούκα. Μόνο τη μάνα της αγαπούσε πιο πολύ. Α, και το Μάνο! Αχ, τί όμορφος που είχε γίνει! Γιός της μακρυνής θείας Μάγδας, της πικραμυγδαλιάς και πολύ μακρυνός της εξάδελφος, κι αυτός κάποτε ήταν αμύγδαλο. Μα τον έφερε ο αέρας κοντά και έπειτα έγινε δέντρο!
Κι ήταν όμορφος. Και ψηλός! Πόσο ψηλός ήταν! Ολόκληρο δέντρο! Και δυνατός και γενναίος, πολύ γενναίος. Δεν τον λύγιζε ούτε ο κύριος Βοριάς, ούτε κανένας! Την ημέρα ήταν χαρούμενο παιδί, μέσα στην καφέ και πράσινη φορεσιά του. Μα στην απέραντη αγκαλιά της νύχτας μεταμορφωνόταν, φάνταζε σαν σκοτεινός πρίγκιπας, ντυμένος σε γκρίζα σκούρα ενδύματα. Είχε μια παράξενη γοητεία, αλλά την τρόμαζε κιόλας...
«Έτσι αρχίζουν τα παραμύθια», είπε η μάνα Μυγδαλιά.
«Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα ολόγιομο Φεγγάρι... Κι είχε μια φίλη, μια καλή φίλη, της Μυγδαλιάς την κόρη...»
Τα ματάκια της Μπουμπούκας άρχισαν να κλείνουν. Και η μαμά συνέχισε:
Ήταν Μάρτης, εκείνη η ώρα που όλη η φύση ησυχάζει. Και το Φεγγάρι ολόγιομο και χλωμό. Ο αέρας λυσσομανούσε έξω, ενώ μέσα στα σπίτια των ανθρώπων έκαιγαν οι σόμπες και οι γιαγιάδες έλεγαν ιστορίες στα παιδιά στο παραγώνι, να τα πάρει ο ύπνος.
Σ’ένα σπίτι ψηλό, ίδιο πύργο, ήταν ένα παιδάκι, που δεν ήταν πια παιδάκι και που το έλεγαν Βασίλη...
Η μικρή αμυγδαλιά, έβλεπε από το παράθυρό του το Βασίλη. Όλο και μεγάλωνε, και γινόταν πιο σοφός άντρας. Μα η καρδιά του, όταν έπεφτε η νύχτα και έμενε μόνος, παρέμενε παιδική. Η Μπουμπούκα ήξερε πόσο πολύ ήθελε μια αγκαλιά, της μαμάς του, μιας γυναίκας, μιας φίλης, της Παναγίας της ίδιας...
Κι η Μπουμπούκα ήθελε να του τη δώσει, να γίνει φίλη του, αλλά αυτός, βλέπετε, ήταν άνθρωπος και δεν καταλάβαινε τη γλώσσα των δέντρων...
Όλο και τον ζύγωνε με τα κλαδάκια της, αλλά δεν μπορούσε να φτάσει το παράθυρό του. Κι εκείνος, πάντα μακρυνός, βιαστικός και συλλογισμένος, δεν έδινε σημασία στο τί υπάρχει εκεί έξω... Δεν άνοιγε το παράθυρό του σχεδόν ποτέ.
«Μάταια προσπαθείς!» Της είπαν τα πουλιά. «Αυτός είναι βλάκας! Τίποτα δεν καταλαβαίνει! Μάταια κι εμείς τιτιβίζουμε έξω απ’ το παράθυρό του, να μας δώσει καμιά μπουκιά ψωμάκι! Στον κόσμο του, παιδί μου! Ε...συγγνώμη! Δέντρο μου!!!»
Ουφ! Έσκαγε η Μπουμπούκα! Μα ήθελε και να γίνουνε φίλοι. Και δεν ήξερε πώς! Κι επειδή στη μαμά της ντρεπόταν να μιλήσει, γιατί όλο της έλεγε πως δεν είναι σόι αυτοί οι ανθρώποι κι όλο πληγώνουν και κόβουν τα καημένα τα δέντρα, άλλο τόσο στο Μάνο, γιατί άντρας-δέντρο κι αυτός, θα ζήλευε και να σου την γεροντοκόρη η έρμη η Μπουμπού και χωρίς μικρά μύγδαλα (τον αγαπούσε, δα, το Μάνο), το μπαμπά της τον είχαν κόψει οι κακοί άνθρωποι να τον κάνουν καυσόξυλα για να ζεσταθούν, οι αδελφές και οι φίλοι της είχαν φύγει με τον άνεμο, μακρυά, να γίνουν δέντρα ριζώνοντας αλλού... Δεν είχε που να μιλήσει η καημένη η Μπουμπούκα! Έσπαγε την κορυφή του κορμού της να βρεί κάποια λύση.
Τελικά τη βρήκε! «Το Φεγγάρι», είπε! «Θα βάλω το Φεγγάρι να του μιλήσει! Κι άμα και το χλωμό του φως δεν του πεί τίποτα, ε, τότε είναι μπούφος κι ας μην με αγκαλιάσει ποτέ»!!!
Κι ένα βράδυ υγρό του Μαρτίου, τρύπωσε τ’ολόγιομο Φεγγάρι στο δωμάτιο του Βασίλη, πότε χορεύοντας επάνω στην σκιά της κουρτίνας, πότε παιζοντας κυνηγητό με τ’αστέρια ανάμεσα απ’τις γρύλιες, πότε φωτίζοντας το σκυμμένο αγόρι.
Το αγόρι άνοιξε το παράθυρο... και ερωτεύτηκε το Φεγγάρι!!!
Εϊ, εϊ! Μάταια φώναζε η Μπουμπούκα από κάτω! Το βιολί του αυτός! Τότε το Φεγγάρι, όμορφο, χλωμό και ακατάδεκτο, πήδηξε μακρυά, κρύφτηκε ανάμεσα στα σύννεφα και μίκρυνε, έγινε μια σταλιά και πήγε και χώθηκε στα φυλλώματα της Μπουμπούκας...
Ξέρετε πως τα δέντρα έχουν ψυχή, έτσι; Όλα έχουμε. Αλλά πως κι έτσι; Μα αυτό είναι γνωστό από τα πανάρχαια χρόνια! Άμα η Μπουμπούκα έπαιρνε ανθρώπινη μορφή, θα μπορούσε να γίνει μια φτερωτή κοπέλλα, ντυμμένη στα σκούρα πράσινα και στα καφετιά με φόρεμα γεμάτο λουλούδια, με σκούρα πράσινα μαλλιά, τη νύχτα να γυαλίζουν ασημένια, πράσινα μάτια και ένα λευκό και λίγο ρόζ λουλούδι περασμένο πάνω απ’το ένα της αυτί...
Μα εκείνο το βράδυ, το αγόρι ερωτεύτηκε το Φεγγάρι κι η Μπουμπούκα από καιρό αγαπούσε το Μάνο, δυνατό και ιδεώδη γιό μιας πικραμυγδαλιάς. Δεν υπάρχει φτερωτός θεός εδώ. Μόνο η Λία, κόρη της Φί κατάλαβε τί έπρεπε να γίνει. Κι έστειλε για ύπνο το μικρό Βασίλη, να ονειρευτεί το Φεγγάρι και να ξυπνήσει το άλλο πρωϊ, απ’ το άρωμα της αμυγδαλιάς, ν’ανοίξει το παράθυρό του και να βρεί εκεί, παρασυρμένο απ’τον άνεμο, ένα μικρό λουλούδι της που ξεστράτισε. Και να το αγκαλιάσει...
Ένα αστέρι έπεσε.
Τα βλέφαρα κλείνουν, είναι η ώρα για καληνύχτες...
Τα παραμύθια, δεν ειν’αλήθεια, αλλά δεν είναι και ψέμματα...
Ένα πρόσφατο παραμύθι της νεράιδας...







Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου