Δευτέρα 15 Δεκεμβρίου 2008

Αθήνα-Παρίσι. σημειώσατε Βού.


Ζω στο Παρίσι, ναι, το παραδέχομαι... Εδώ και τρισήμισι χρόνια.
Όχι στο κέντρο, όχι στα Ηλίσια Πεδία, όχι δίπλα στον Πύργο του Αιφελ, όχι στην Οπερα, ούτε δίπλα σε πανάκριβες βιτρίνες. Είμαι από τους τυχερούς, βέβαια, διότι είμαι φοιτήτρια. Μένω σε εστία. Κατηγορίας Βού.
Οι πιο πολλοί κάτοικοι του νομού Ιλ ντε Φρανς, δηλαδή του νομού που περιλαμβάνει το Παρίσι και που έχει περίπου δέκα με έντεκα εκατομμύρια κατοίκους, δεν ζουν στο φανταχτερό κέντρο με τα κτίρια του δεκάτου ογδόου αιώνα. Οι πιο πολλοί σπάνια περνούν δίπλα από τον πύργο του Αιφελ, του Εφφέλ, δηλαδή, έτσι λεγόταν ο δημιουργός του, γύρευε τώρα γιατί τον λέμε όπως οι Άγγλοι...
Οι γάλλοι που θα δεις στον προαστιακό, στο μετρό, στα λεωφορεία, στους δρόμους αυτής της γοητευτικής πόλης, δεν έχουν καμία σχέση με τους ξανθούς, γαλανομάτηδες που είχαν κάποτε τα βιβλία των γαλλικών μας στο σχολείο. Είναι και ξανθοί και μελαχροινοί και βορειοαφρικανοί και μαύροι και κίτρινοι. Όχι, δεν είναι όλοι γάλλοι, αλλά οι πιο πολλοί, προς μεγάλη απογοήτευση του ρατσιστή προέδρου τους, είναι γάλλοι πολίτες. Επισήμως κανείς δεν αντιμετωπίζεται ως κατηγορία Βου.
Όπως όλες οι πόλεις, έτσι και το Παρίσι έχει το ιστορικό του κέντρο, τη "βιτρίνα του", η κατηγορία Α. Αυτή περιλαμβάνει τα κεντρικά διαμερίσματα στο χάρτη με τα ιστορικά μνημεία. Ελάχιστοι ζουν εκεί συγκριτικά και φυσικά μόνον οι πλούσιοι. Τα ενοίκια είναι πανάκριβα, τα διαμερίσματα συχνά πολύ μικρά και τα φοιτητικά στούντιος είναι συνήθως άθλια δωμάτια επάνω σε σοφίτες που παλιά ήταν δωμάτια υπηρεσίας, γι'αυτό δεν έχουν ασανσέρ και πολλές φορές το αποχωρητήριο είναι σε άλλο χώρο, στο διάδρομο της πολυκατοικίας και το μοιράζεσαι με άλλους. Β, Γ, Δ και λοιπων κατωτέρων κατηγοριών.
Το κόστος ζωής μπορεί να είναι δυσβάσταχτο. Το κράτος δίδει επιδόματα οικογενειακά σε πολλούς, αλλά δεν φτάνουν. Εδώ οι μισθοί είναι πιο αυξημένοι, ναι. Ένας νέος θα πάρει πάνω από 600-700 ευρώ πρώτο μισθό, αν φυσικά βρει δουλειά. Αλλά το ενοίκιο μιας τρύπας 10-15 τετραγωνικών που τη βαφτίζουν "στούντιο" μπορεί να ξεπερνά τα 650 ευρώ μηνιαίως στο κέντρο της πόλης. Ένα απλό σάντουιτς ξεπερνά τα 3,50-4,50 ευρώ. Η μηνιαία κάρτα απεριορίστων διαδρομών που αναγκαστικά βγάζουν όλοι για τις 2 πρώτες ζώνες, δηλαδή για το κέντρο στοιχίζει πάνω από 55 ευρώ. Κι αν μένεις παραέξω, συν 20 περίπου ευρώ για κάθε προστιθέμενη ζώνη.

Γιατί τα γράφω όλα αυτά;

Γιατί βαρέθηκα να ακούω από διάφορους γνωστούς που βγάζουν το κόμπλεξ, τη ζήλεια και την αμάθειά τους επάνω μου: "Τυχερήήήήήήή!!! Πάψε, μη μιλάς εσύ, εσύ μένεις στο Παρίσι!!!Κάνεις ζωή και κότα!" (sic)

Ναι, ρε, το παραδέχομαι. Επιβιώνω στο Παρίσι με 700 ευρώ. Σπουδάζω, δουλέυω, αλλά και τρώω κατά ένα πολύ μεγάλο μέρος ακόμη από τα έτοιμα. Διότι προσπαθώ να βρω μια αξιοπρεπή εργασία μετά από 2 μάστερ και δεν είναι εύκολο. Δεν γυρίζω ακόμη στην Ελλάδα, διότι ούτε εκεί θα βρίσκω δουλειά και επιπλέον εδώ είμαι ακόμη φοιτήτρια. Χωρίς υποτροφία, γιατί ελληνική κρατική στον τομέα μου δεν υπήρχε όταν ήρθα και τις μη κρατικές τις πήραν οι γόνοι καθηγητών Πανεπιστημίου, οι "κλαδικοί" και τα "δικά τους παιδιά" και γενικώς οι "ημέτεροι". Δεν πούλησα τον εαυτό μου, ναι, ρε, δεν πουλήθηκα, δεν κοιμήθηκα με κανέναν για μια θέση, δεν φίλησα καμια κατουρημένη ποδιά. Είμαι από εκείνα τα παιδιά που σπούδασαν και αγωνίζονται με την αξία τους. Από εκείνα που θα γυρίσουν μετά τις σπουδές στο πατρικό τους, άνεργοι ετών τριάντα και θα παρακαλούν για ένα μισθό πείνας, για να ζήσουν. Στις εδώ υποτροφίες όριο είναι η ηλικία και η οικονομική κατάσταση και οι βαθμοί, αλλά πρακτικά παντού υπερτερούν οι γάλλοι.

Στο Παρίσι, όπως και στην Ελλάδα είμαι εδώ και χρόνια ανασφάλιστη, διότι, παρότι εργάζομαι σε συνεχή βάση, οι εργοδότες μου αρνούνται να με ασφαλίσουν ή κάνω ιδιαίτερα. Δεν ασχολούμαι καν με το εαν ποτέ θα πάρω σύνταξη. Απλά σας γράφω ότι όταν χειμωνιάζει και με πιάνει γρίπη, δεν πάω στο γιατρό, γιατί τα χρήματα του μήνα εξατμίζονται και οι γιατροί είναι πανάκριβοι. Πέρασα βαριές αρρώστιες με γιατροσόφια και υπομονή, ενω κάποια φορά πήγα σε γιατρό με δανεικά.

Στο σχολείο ήμουν μια ήσυχη, καλή μαθήτρια, χωρίς εξάρσεις. Την εφηβεία μου την πέρασα σε θρανία, προσπαθώντας να μπω στο Πανεπιστήμιο. Όταν μπήκα, διάβαζα για να το τελειώσω. Η διασκέδασή μου έπρεπε να μπεί σε πρόγραμμα, να μετρηθεί, να υπολογιστούν τα έξοδα του καφέ, του σινεμά, να δω αν βγαίνω. Δέκα χρόνια μετά υπολογίζω ακόμη και χειρότερα. Οι γονείς μου ήταν και οι δύο χαμηλοσυνταξιούχοι και μετά το θάνατο του πατέρα μου, όπου οι πενιχρές οικονομίες μας φαγώθηκαν από φακελλάκια νοσοκομείων, νοσήλεια και γραφεία τελετών, η μητέρα μου κι εγώ ζούσαμε με κάτω από 1000 ευρώ. Φυσικά άρχισα να κάνω ιδιαίτερα. Οι γονείς παζάρευαν τα χρήματα. Οι διευθυντές φροντιστηρίων δεν μου εδιναν ένσημα, μήτε πλήρωναν όλες τις ώρες που δούλευα. Οι διευθυντές ανασκαφών με πλήρωσαν ελάχιστα εως καθόλου και τα μόνα ένσημα που έχω είναι απο την ανασκαφή της Επιδαύρου, όπου, ακόμη ως προπτυχιακή φοιτήτρια εργάστηκα. Μόνο που μέσω των ενσήμων το ΙΚΑ αναγνωρίζει τη δουλειά μου ως "εργάτη Β' οικοδομών". Για την ιστορία αναφέρω ότι είμαι πολύ καλή αρχαιολόγος και φιλόλογος. Όχι επειδή ποτέ παπαγάλισα, ούτε από υποχρέωση. Απλά αγαπώ πραγματικά την αρχαιολογία, την ιστορία και τη γλώσσα μας.

Έτσι είναι η ζωή μου. Κάνω προσπάθεια ΑΑ, αλλά αναγνωρίζομαι ως Β. Είμαι βού. Βού.
Όταν βλέπω τους πολιτικούς να κάνουν δηλώσεις στα κανάλια, αηδιάζω. Ποτέ δεν πίστεψα στην πολιτική, γιατί δεν μου πρόσφερε ποτέ τίποτε.

Οι καθημερινοί άνθρωποι ασχολούνται με τα καθημερινά. Με την επιβίωση.

Ναι, έφυγα για το Παρίσι, διότι εδώ δεν ήθελε μέσον για να συνεχίσω σε μεταπτυχιακά. Γιατί εδω τουλάχιστον αναγνωρίζεται ευκολότερα η αξία σου. Φυσικά είσαι πάντα προτεραιότητας Βου, διότι προηγούνται παντού οι γάλλοι.

Όταν βλέπω παιδιά να σπάνε βιτρίνες, να καίνε σημαίες, να ξεσπούν με μίσος απέναντι σε κάθε αρχή και εξουσία, θλίβομαι και φοβάμαι για το μέλλον αυτού του κόσμου. Όταν βλέπω εκπροσώπους σωμάτων ασφαλείας και κράτους να χτυπούν, να απειλούν, να βασανίζουν, να δολοφονούν συνταξιούχους και αμούστακα, θλίβομαι κι άλλο και τρομοκρατούμαι για το μάλλον αυτού του κόσμου. Όταν βλέπω πολιτικούς να μιλούν με ξύλινη γλώσσα, ενώ χασμουριούνται, για θανάτους, ξεσπάσματα, καταστροφές, σκεπτόμενοι τις επόμενες εκλογες, θλίβομαι, απογοητεύομαι ή τρέμω από αγανάκτηση. Ανάλογα, ή όλα αυτά μαζί. Όταν σκέφτομαι το μέλλον μου σε αυτή την πόλη, σε αυτήν τη χώρα, σε αυτόν τον κόσμο, φοβάμαι γι'αυτά που θα γίνουν για μένα, χωρίς εμένα...

Και χαίρομαι που είμαι μακρυά, από την Ελλάδα που με πληγώνει. Αλλά κι ο υπόλοιπος κόσμος με πληγώνει εξίσου.

2 σχόλια:

lakis είπε...

Χαίρομαι για σένα, που ξέσπασες. Καλά έκανες. Καλά έκανες και τα είπες για να μην εκραγείς. Και αν μπορείς μη γυρίσεις πίσω στην Ελλάδα. Εξάλλου τι να κάνεις εκεί;

Neraida είπε...

Χμμ... Ήμουν πάντα μια ήρεμη δύναμη, Λάκη. Είμαι από αυτά τα παιδιά με τα πολλά προσόντα και την ήρεμη, νομοταγή ζωή, που ζητούν απλώς μια θέση στον ήλιο, αλλά κι αυτή μας τη στερούν. Και το θέμα είναι ότι δεν μπορείς να κατηγορήσεις συγκεκριμένα κάποιον, τη μία παράταξη ή την άλλη, ούτε τη σύγχρονη πολιτική ιστορία της Ελλάδας ή της Ευρώπης. Η ιστορία γράφεται από ανθρώπους σαν κι αυτούς και βιώνεται από ανθρώπους σαν κι εμάς. Κι αν εμείς τολμήσουμε να μπούμε στο "αυτοί" και να γραψουμε ιστορία; Ε, τότε αυτό λέγεται κοινωνική επανάσταση. Κι αυτή δεν αργεί. Θα γράψω περισσότερες από τις σκέψεις μου σε επόμενο πόστ. Καλημέρες!

Χαίρε!

"Χαίρε, ξένε! Δεν ρωτάμε τί είσαι. Αν είσαι Φίλος, σε καλωσορίζουμε με την καρδιά μας και το χέρι μας. Αν είσαι Γνωστός, θα πάψεις να είσαι. Αν είσαι Εχθρός, η Αγάπη μας θα σε κατακτήσει"... Α. Γκίτερμαν

Το κουκί και το ρεβύθι... είναι ένα!

Γεννήθηκα σε ένα προάστιο των Αθηνών. Μεγάλωσα με πολλή αγάπη, αλλά και βάσανα κι έτσι έμαθα να εκτιμώ τη δύναμη που κρύβει μέσα του ο κάθε άνθρωπος, τη δύναμη της θέλησης για ζωή και δημιουργία. Τελείωσα το λύκειο και σπούδασα αρχαιολογία και ιστορία τέχνης στο πανεπιστήμιο Αθηνών. Παράλληλα ασχολήθηκα με τις καλές τέχνες, τη μουσική και τις ξένες γλώσσες. Έφυγα από την αγαπημένη μου Ελλάδα για να συνεχίσω τις σπουδές μου σε μεταπτυχιακό επίπεδο στο Παρίσι. Έκανα δύο μεταπτυχιακά στην ιστορία της μοντέρνας τέχνης και στην ανθρωπολογική ιστορία με ειδίκευση στην αττική αγγειογραφία. Ερωτεύτηκα την πόλη. Συνεχίζω τις σπουδές μου σε διδακτορικό επίπεδο. Είμαι νέα και η ζωή μου ανήκει, επειδή την αγαπώ! Μπορεί να είμαι ακόμη μια κουκκίδα στο χάρτη, ένα απειροελάχιστο μόριο ύλης στον πλανήτη που λέγεται γη, αλλά έχω και κάτι πιο σπάνιο: μπορώ να σταματήσω όποτε θελήσω την καθημερινή μου κούρσα και να ταξιδέψω με τη σκέψη μου κάνοντας παραμύθι την αλήθεια μου και το παραμύθι αληθινό! Κι όλα αυτά με το μυαλό μου! Καλώς ήλθες στο "σπίτι" μου!

Απο πού;;;

Hello???

Sign by Dealighted - Coupons & Discount Shopping

Verité, contes de fée et d'autres secrets!

Là où le secret (du latin « Secretus » dérivé de « Secernere » : mettre à part, cacher) existe, la vérité, elle, est entravée… Le secret, en fait, ne porte finalement que sur les choses vraies (ou du moins qui sont crûes vraies) et, en cela, il se pose dans cette limite entre ce que certains savent et ce que d’autres ignorent… Dès lors il devient Pouvoir, attribut de ceux qui le possèdent et faiblesse de ceux-là mêmes qui ne le détiennent pas… Autrement dit, dans les procédures technocratiques des sociétés modernes, secrets et « non-savoir » sont les deux pôles d’un pouvoir qui pourrait être considéré comme indépendant ; aussi longtemps du moins que ce savoir restera un pouvoir sans partage.
Le conte est à l'origine un récit transmis oralement. Le conte est présent dans toutes les cultures, à toutes époques. La transmission orale fait que les histoires possèdent la plupart du temps un nombre important de variantes, tout comme les blagues ou les devinettes. Le terme désigne, par extension, l'activité de raconter à l'oral une histoire, quelle qu'elle soit.
On appelle aussi contes des histoires retranscrites et figées , par exemple dans des livres, à partir de version(s) entendue(s)collectées.
Par déformation, il peut aussi s'agir d'histoires qui n'ont apparemment pas d'origine orale mais qui répondent à certaines caractéristiques que l'on prête parfois au conte, comme la présence d'éléments merveilleux. En ce sens le conte est devenu un genre littéraire. Amusez vous bien!