
Η φίλη "τρελλοφαντασμένη" μας καλεί σε νέο παιχνίδι. Πόνος , Καράβι , Δάκρυ , Γράμμα, Κηδεία είναι οι λέξεις που πρέπει να χρησιμοποιηθούν για το κείμενο που θα γραφεί. Μμμμ...εύκολο; Για να δούμε!
Ήταν χάραμα όταν σάλπαρε το καράβι. Αυτή τη φορά θα έφευγε για πάντα. Το είχε αποφασίσει. Στάθηκε στην κουπαστή ζαρώνοντας από το κρύο και χάζευε... Έτσι, λοιπόν; Αυτός θα είναι ο τελευταίος αποχαιρετισμός στην πόλη που τόσο αγάπησε; Ίσως να είναι και καλύτερα... Μια νέα αρχή. Πού, πώς, τί, δεν ήξερε. Ήταν ακόμη τόσο νέος...
Τα βαπόρια στο σκαραμαγκά έστεκαν σαν απόμαχοι, θαλασσοταξιδεμένοι, γέροι πια και ήρεμοι, αλλά έξω απ'τα νερά τους. Πιο πέρα, κάτι έρημοι βράχοι κοιτούσαν αγριωπά, βλοσυρά, καχύποπτα, δυσθυμα. Αν τους πρόσεχες όμως, ήταν γέροι κι αυτοί. Χρόνια τους έτρωγε η άπληστη αλμύρα, σαν γυναίκα, να τους κάνει δικούς της...
Τί χρώμα να'χει η μοναξιά; Ο πόνος; Η απελπισία κι η απόγνωση; Πρέπει να είναι μενεξελί, μαβί, σαν τα χρώματα που στολίζουν το τελείωμα της μέρας. Σαν κηδεία στο χθές...
Όχι! Ήταν αυγή. Ρόδινη. Αυτή που αιώνες υμνούσαν οι ποιητές ως κόρη ροδοδάκτυλη. Τόσο εύθραυστη, που κρατά μια στιγμή κι έπειτα φεύγει αλαφροπατώντας. Αυγή. Αλλά τούτη εδώ αργόσερνε τα βήματά της δειλά, σαν να μην ήθελε να φύγει. Σαν να μην ήθελε να είναι "η αυγή του αποχωρισμού"... Να μη φέρει φεύγοντας τη χαρούμενη μέρα, ζεστή και λαμπερή. Τη μέρα που όλα τέλειωναν κι άλλα θ'άρχιζαν. Άγνωστα.
Άφησε ασυναίσθητα να κυλίσει ένα δάκρυ. Να ήταν ο ψυχρός αέρας του πρωϊνού; Όλα αυτά που άφηνε πίσω; Κάτι άλλο; "Μα ναι", είπε μέσα του, "αυτή η ρημάδα η αυγή φταίει"... Πάντα τον συγκινούσε, από μικρό παιδάκι.
Κοίταξε πέρα, εμπρός, τον ορίζοντα. Όχι άλλο βλέμμα πίσω. Έψαξε στο σακίδιο. Στυλό και χαρτί βρέθηκαν. Άρχισε το γράμμα. Όχι ακόμη. Δεν ήταν έτοιμος. Και φυσούσε... Ξαναέβαλε τα πράγματα μέσα. Άφησε τα μάτια να κλείσουν. Να κοιμηθεί εκεί;
Τα χέρια ταξίδεψαν μηχανικά στις τσέπες του. Πήρε ένα τσιγάρο. Φυσούσε απαλά. "Μπουνάτσα", σκέφτηκε. Πήγε παραπέρα στη γωνία να το ανάψει. Τράβηξε δυο ρουφηξιές. Μετάνιωσε. Το πέταξε στη θάλασσα. Μαζί με όλο το πακέτο. Από'δω και πέρα θα παίρνει ρουφηξιές μόνο από ζωή.
Χάζευε μακρυά, εκεί που το μάτι χάνεται, στο αιώνιο σμίξιμο ουρανού και θάλασσας...
Εκείνη την ώρα βγήκε στο κατάστρωμα μια κοπέλλα. Προσπέρασε. Κονταστάθηκε. Γύρισε. Ζήτησε τσιγάρο. "Είχα", της είπε. "Αλλά δεν έχω πιά". Της έδειξε αόριστα τη θάλασσα. Το πακέτο που ακόμη επέπλεε καθώς χανόταν. Άφησε τα μελένια μάτια της να ταξιδέψουν στη θάλασσα. Μετά ταξίδεψαν στο πρόσωπό του. Στο σκοτεινό του βλέμμα. Του χαμογέλασε. Ήταν όμορφη. Με μια ομορφιά όχι σαν αυτές που γνώριζε. Μια ομορφιά αγριολούλουδου. Ταπεινή, ήσυχη, σπάνια, γι'αυτό ωραία. Την κοίταζε. Βλέμμα σαν μέλι φρέσκο, βγαλμένο μόλις απ'την κερύθρα. Γλυκό. Και λίγο πράσινο στο φώς. Δεν μπορούσε να καταλάβει τί χρώμα μάτια είχε. Μίλησε τραγουδιστά σχεδόν, μελωδικά: "Αφήνω πολλά πίσω...Θα το ήθελα τώρα... Αλλά δεν πειράζει!" Της χαμογέλασε αμήχανα, σαν ξυπνώντας από όνειρο. "Ναι, βέβαια..." Αυτή η κοπέλλα μύριζε γη και θάλασσα. Ταυτόχρονα! Τον κοίταξε. "Με λένε Ελπίδα"...
Η πρόσκληση θα ακολουθήσει τις επόμενες μέρες. Αν κάποιος περαστικός θέλει να παίξει και δεν έχει παίξει ακόμη, παρακαλείται να μου το πει!
Οι λέξεις είναι:
Πυγολαμπίδες, Ουτοπία, Έρημος, Μονοπάτι, Χίμαιρα!
Δύσκολο;







2 σχόλια:
Μπράβο , Μπράβο και πάλι Μπράβο
Πολύ ωραία η ιστορία σου!
Με μεγαγχολία στην αρχή και γεμάτη Ελπίδα (σαν το όνομα της κοπέλας) στο τέλος!
Κοπέλα μου Ζωγράφισες , σε ευχαριστώ που αναποκρίθηκες στην πρόσκληση...μια Νεα Αρχή είναι αυτό που ζητάμε όλοι πολλές φορές.
Να είσαι καλά!
Σε ευχαριστώ πολύ. Να είσαι καλά κι εσύ! Καλή συνέχεια στα ταξἰδια μας...
Δημοσίευση σχολίου